°C
17 October 2017

Το “χαϊλίκι” των beach bars και… η υπόγεια γαλέρα.

Για να περάσουμε εμείς τις διακοπές μας όμορφα, κάποιοι φεύγουν από τα σπίτια τους για να δουλέψουν τη κλασσική «σεζόν».
Το “χαϊλίκι” των beach bars και… η υπόγεια γαλέρα.

Γράφει η Άννα Λιάκου

Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα που θα έλεγε και η λατρεμένη Πωλίνα… Ήλιος, θάλασσα, ξαπλώστρες, κορμιά θανατηφόρα και ψιλά να τα μετράμε στα κρυφά για να πάρουμε μοχίτο, ΜΥΚΟΝΟΟΟΟΣ το όνειρο μας και…YOLO! Μέχρι εδώ ουτοπικά κι υπέροχα. Από πίσω όμως;

Για να περάσουμε εμείς τις διακοπές μας όμορφα, κάποιοι φεύγουν από τα σπίτια τους για να δουλέψουν τη κλασσική «σεζόν». Ξενοδοχεία, μπάρ, καφέ ,εστίαση ( βασικά σε τουριστικά μέρη αυτή τη περίοδο γίνονται γενικά αυξήσεις ανθρωπίνου δυναμικού και επανδρώνονται με το προσωπικό της σεζόν) είναι έτοιμα να υποδεχτούν τον κόσμο και υπόσχονται τα καλύτερα. Αλλά ας το δούμε από λίγο πιο μέσα.

Ως μαθήτρια κάποτε και κάνοντας τη πρακτική μου ως ξενοδοχοϋπάλληλος ( το 97 στη Χαλκιδική για να ακριβολογώ) έζησα ένα από τα μεγαλύτερα σοκ στη ζωή μου.

Κατέβηκα γεμάτη χαρά από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και πήγα στο ξενοδοχείο που θα περνούσα το καλοκαίρι μου, μίλησα με τον ιδιοκτήτη, όλα καλά, τα λεφτά τίποτα αλλά δε σε νοιάζει σε αυτή την ηλικία, πας για το όνειρο που λένε και σχετικά ενθουσιασμένος γιατί στο μυαλό σου ζουν τα βασικά και φυσιολογικά. Ήρθε και η ώρα να με πάνε στο δωμάτιο μου, θα έμενα μόνη μου είπαν! Απίστευτο! Το ξενοδοχείο πολύ όμορφο και προσεγμένο, το pool bar που θα δούλευα ΤΕΛΕΙΟ, τα έβλεπα όσο η υπεύθυνη μου με πήγαινε στο δωμάτιο, περάσαμε το βασικό κομμάτι και πήγαμε στο πίσω κτήριο. Μια χαρά… μπήκαμε αλλά ότι ήταν φυσιολογικό ήταν γεμάτο και προσπεράστηκε, περάσαμε και κάτι αποθήκες και κατεβήκαμε όροφο, (υπόγειο;) από τα μισά της σκάλας η αναπνοή δυσκόλευε λόγω μούχλας, μέχρι να φτάσουμε κάτω νομίζω ότι ήδη είχα ανατριχιάσει. Περάσαμε ένα γιγάντιο διάδρομο σε σχήμα Π με χαμηλό φωτισμό σχεδόν λες και γυρνούσαμε ταινία τρόμου και σταματήσαμε μπροστά σε μια σάπια πόρτα. Κοίταξα έντρομη την υπάλληλο γιατί πλέον δε την έβλεπα υπεύθυνη, ακόμα και η ίδια ντρεπότανε γι αυτό που έκανε αλλά προσπαθούσε να εστιάσει ότι θα ζω μόνη μου χωρίς άτομα να με ενοχλούν στα γύρω δωμάτια… μπλά… μπλά (Δηλαδή είμαι έγκλειστη σε έναν υπόγειο, μουχλιασμένο  διάδρομο πέντε μέτρα κάτω από τη γη, μόνη μου και ΑΚΟΜΑ δε μπήκα στο δωμάτιο). Η πόρτα άνοιξε και εγώ έβαλα τα κλάματα μόλις έκλεισε πίσω μου. Ούτε ένα μικρό παράθυρο, οι τοίχοι πεσμένοι και πράσινοι όλοι, οι ήχοι των μηχανών από τους από πάνω χώρους και με μια πρώτη ματιά είχα 5 γιγάντιες μαύρες κατσαρίδες για συγκάτοικους, έμεινα περίπου δύο ώρες και ανέβηκα να αναφέρω στη σχολή ότι δε δέχομαι να μείνω σε αυτές τις συνθήκες. Ευτυχώς ως μαθήτρια είχα αυτή τη δυνατότητα και έτσι έφυγα. Αλλά εγώ είχα τη δυνατότητα και ήμουν τυχερή.

34875-569-1(5)

Γιώργος Λ. Barman : “Το δωμάτιο που έμενα τη σεζόν του 07 έκανε το φυλάκιο που υπηρέτησα να μοιάζει με παλάτι”

Στα επόμενα χρόνια οι εμπειρίες είτε δικές μου είτε γνωστών και φίλων είναι άπειρες και έτσι θα προτιμήσω να «γράψω αυτό το άρθρο παρέα με αυτούς»

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ: Περιοχή Χαλκιδικής έτος 2012. Κλασσική εγκατάσταση beach bar και βασικοί στην ιστορία 3 άτομα. Το ένα υπάλληλος με όλες τις βασικές γνώσεις στη δουλειά κ σε πόστο ασφαλείας… ο άλλος αλλοδαπός, (ας τον ονομάσουμε Σ) καλό παιδί και πάντα πρόθυμο, φοβάται φυσικά μη χάσει τη δουλειά του γιατί περιμένουν κ 4 στόματα πίσω στη πατρίδα (οπότε κεφάλι κάτω και καλή καρδιά) και το αφεντικό. Ένα βράδυ λοιπόν και λίγο πριν κλείσει το κατάστημα το αφεντικό δίνει εντολή στο καλό παιδί να πάει να πετάξει μια σακούλα σκουπίδια που βρίσκεται στη παραλία. Επιστρέφοντας ο Σ. από τη παραλία ο συνάδελφος του παρατηρεί έντονη αιμορραγία στο πόδι του που προκλήθηκε από σπασμένο μπουκάλι μέσα στη σακούλα και αναφέρει ότι είναι ξεκάθαρο πως πρέπει να του κάνουν ράμματα. Για να μη τα πολυλογώ έγινε μια ολόκληρη κουβέντα για το ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ να πάει ο άνθρωπος στο κέντρο υγείας για ράμματα ή όχι, (ενώ ήταν προφανές) ο ανθρωπάκος να λέει ότι είναι καλά γιατί  φοβάται μη ταλαιπωρήσει το αφεντικό και έχει πρόβλημα με τη δουλειά του ενώ ο εργοδότης τον ρωτούσε ΕΑΝ είναι καλά και ΕΑΝ είναι σίγουρος ότι δε πειράζει να μη πάνε να το δούνε. Σαφώς το πρωί έγιναν τα ράμματα που έπρεπε να γίνουν αλλά η καθυστέρηση και η αναλγησία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι παρούσα ενώ περιμένεις να είναι ακριβώς το αντίθετο. Κανονικά το ίδιο το αφεντικό έπρεπε να τον είχε πάει έστω προληπτικά αλλά αυτά στο σήμερα είναι ψιλά γράμματα. Ο Σ. είχε 20 ευρώ μεροκάματο, ανασφάλιστος και η βασική του δουλειά ήταν εντελώς άσχετη με το επάγγελμα του εκείνο το καλοκαίρι.

ΣΥΝΘΗΚΕΣ: Περιοχή Μαγνησία, έτος 2016. Σε κλειστές περιοχές που όλοι είναι λίγο πολύ γνωστοί ή σόι ή ο κολλητοί του μπατζανάκη του τριτοξάδερφου του Στελάκη τα πράγματα είναι απλά. Όταν είναι να ελεγχθούμε ή όταν περνάει κλιμάκιο τότε είμαστε ενήμεροι και προφυλάσσουμε την επιχείρηση μας. Οι υπάλληλοι στο εν λόγω κατάστημα (όπως και στα περισσότερα) είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν 11-14 ώρες (όχι υπερωρίες… αυτή είναι η βάρδια σου) και ξαφνικά σου ανακοινώνουν ότι θα κάτσεις συν 2 ώρες για να ξε-φυτέψεις τις ξύλινες μασίφ ομπρέλες από την άμμο μη μας γράψουν κ πληρώσουμε και κανένα πρόστιμο. Είναι να ξύνεις το κεφάλι σου με το πόσα πρόστιμα ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να πληρώσουν αλλά γλυτώνουν κ τα υπόλοιπα λόγω… «κονέ». Επόμενη μέρα, ξαναφυτεύεις τις ομπρέλες κάτω από τον ήλιο δευτερόλεπτα μετά την απομάκρυνση του ελεγκτικού κλιμακίου απορώντας τελικά ποιον κοροιδεύουν προσποιούμενοι οι μεν τους νομοταγής και οι δε τους κρατικούς ελεγκτές. (κάπου εδώ θα ήθελα να σκεφτείτε λίγο που εστιάσατε, στη κρατική αναλγησία; Στη παρανομία του εργοδότη; Και στις δυο αυτές συμπεριφορές γιατί μας φέρνουν στη θέση του σήμερα, Η ΤΟ ΦΟΥΚΑΡΑ ΤΟΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟ; Γιατί για τον υπάλληλο το γράφω να ξέρετε… ) Μιλάμε για εποχιακή εργασία, δε μιλάμε για εξαγορά δούλων.

Μιλάμε για νέα παιδιά μου δουλεύουν 14 ώρες κάτω από τον ήλιο και σε κακές εγκαταστάσεις ιδίως όταν ερχόμαστε στα beach bars, μιλάμε για αυτά τα παιδιά που αν βγουν μείον 10 ευρώ σε αυτές τις ώρες δε θα τα επιπλήξουν, δε θα τους μειώσουν λίγες ώρες για να έχουν καθαρό μυαλό, δε θα τους δώσουν ένα διάλλειμα να επαναφέρουν τη θερμοκρασία και τον εγκέφαλο τους στη θέση του, τίποτα από όλα αυτά. Θα τα κρατήσουν από τα tips τους. Σερβιτόρα είναι αυτό το 19χρονο κοριτσάκι που πριν λίγο έκλαιγε στο μπάρ γοερά γιατί ο Έλλην χαλαρός εκδρομέας στη ξαπλώστρα την έκανε σκουπίδι γιατί ο καφές που παρήγγειλε ήταν σκέτος και του έφερε μέτριο, ενώ έβλεπε ότι το καημένο δουλεύει 70 ξαπλώστρες και ο δίσκος έχει πάνω 17 ποτήρια και παγάκια και νεράκια και φρουτοσαλάτες… και περπατάει χωρίς να τα ρίχνει όταν εσένα σου μπαίνουν «βοτσαλάκια στα πατουσάκια» για να σε εξυπηρετήσει όσο καλύτερα μπορεί με τα μέσα που της δίνουν… Αυτής της κοπέλας λοιπόν της είπαν ότι από τα 40 ευρώ που θα πάρει τη μέρα τα 10 θα τα κρατήσουν. Θα μπορούσε να είναι το δικό σου παιδί που βγήκε για δουλειά προσπαθώντας να μην επιβαρύνει το σπίτι και βιώνει το απόλυτο της γαλέρας, τα δικά της 10 ευρώ δε βγήκαν από τις άκοπες αποδείξεις, από τις 40 επιπλέον ξαπλώστρες που βάζανε το πρωί, δε δικαιολογούνται μετά από 14 ώρες εργασίας, δε τα χαρίζεις αυτά τα 10 ευρώ γιατί μετά θα αρχίσουν να σε κλέβουν λέει. Αλλά φυσικά… ότι κάνεις περιμένεις.

ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: Περιοχή Ροδόπης έτος… προ ρατσισμού, πρό εμφάνισης ρατσιστικού κόμματος και Σύριων μεταναστών στη χώρα μας είναι το μόνο που χρειάζεται να αναφέρουμε για να προσδιορίσουμε στο χρόνο αυτή την ιστορία.

Ένας άνθρωπος που έχει ζήσει εξωτερικό πάει για δουλειά σε εταιρία που έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου τη τροφοδοσία κάμπινγκ. Μέσα στα περίπου 10 άτομα που γνωρίζει εκεί ως συναδέλφους στο εστιατόριο οι 3 είναι Ινδικής καταγωγής και ζουν σε ένα τροχόσπιτο πενηνταετίας που τους χωράει οριακά. Σχετικά νωρίς της αφίξεως του του ανακοινώνουν ότι οι Ινδοί είναι λίγο περίεργοι και καλό θα ήταν να τους αποφεύγει πράγμα το οποίο του ακούγεται μάλλον κακό αλλά το προσπερνάει θεωρώντας το κάτι «της στιγμής» μέχρι την ημέρα που θέλει να κάνει ένα τσιγάρο και του δίνουν την επιλογή ή έξω ή στη κουζίνα, αλλά και πάλι έρχεται η «συμβουλή» να μη τους πολυμιλάει.

Η απόφαση ήταν ακαριαία και αναμενόμενη, μπήκε στη κουζίνα και η πρώτη του επαφή με τους Ινδούς (η ερώτηση «μπορώ να κάνω ένα τσιγάρο;») έφερε το πανικό στην ατμόσφαιρα. Όλα πάγωσαν και οι 3 Ινδοί κοιτούσαν σαν Κινέζοι. Μα τι έπαθαν; Έπαθαν ρατσισμό, κάτι που ήταν οφθαλμοφανές στον φίλο μας οπότε και άρχισε να ρωτάει διάφορα, ο πάγος έσπασε, η δουλειά συνεχίστηκε και η ερώτηση το απόγευμα «γιατί δε τρώνε μαζί μας στο εστιατόριο;» αναπόφευκτη. Είχαν το δικαίωμα να φάνε όπως όλοι.

-Τρώνε αυτά που φτιάχνουν όταν κλείνουμε, δε μας καταδέχονται μάλλον.

3 μέρες περίμενε να τους δει στο εστιατόριο και όταν τελικά δε τους είδε το 4ο βράδυ περίμενε να κλείσουν και μπήκε στη κουζίνα…

-Να φάω μαζί σας;

-…Τι;

-Τι μαγειρεύετε; Να φάω και εγώ; Δεν έφαγα!

Σκωτσέζικο ντούζ νο 2 αλλά όλα πάνε καλά, σπάει ο πάγος εντελώς, γνωρίζονται και ξαφνικά γελάνε όλοι μαζί (κάτι που αφήνει άναυδο το φίλο μας γιατί ιδίως ο ένας δε χαμογελούσε καν. Ποτέ) Του έδειξαν φωτογραφίες από τις οικογένειες τους, το μόνο που τους ένοιαζε είναι να είναι καλά να δουλεύουν για να πάνε πάλι σε αυτούς… κ μετά Αθήνα και μετά ίσως καταφέρουν να πάνε Γερμανία. Η ίδια ιστορία. Τις επόμενες μέρες οι Ινδοί βγήκαν από τη κουζίνα όχι κ τόσο περίεργοι, επιφυλακτικοί ίσως αλλά όχι τόσο περίεργοι. Σε δέκα μέρες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι 3 και οι 7 έγιναν μια παρέα των 10, 10 συνάδελφοι που είχαν από μια δουλειά να κάνουν, απλά οι 3 μιλάνε αγγλικά και ο ένας είχε τη παιδεία να αναγνωρίσει τη «διαφορετικότητα τους» η οποία ήταν μια, δε τους έδινε κανένας Έλληνας τη παραμικρή σημασία, δεν ενδιαφέρθηκε κανείς να τους γνωρίσει ή να τους δώσει ένα τροχόσπιτο που να χωράνε. Ήταν δούλοι και σαφώς οι πιο χαμηλόμισθοι, αλλά αυτό πριν τις δέκα μέρες που εξιστορούμε. Παρέμειναν οι πιο χαμηλόμισθοι, παρέμειναν σε αυτό το άθλιο τροχόσπιτο, αλλά κάνανε φίλους! Δουλεύανε με ανθρώπους, είχαν όνομα όχι μόνο χρήση, βγήκανε για το υπόλοιπο της σεζόν από τη κουζίνα, και είχαν κάποιους να χαιρετήσουν όταν έφυγαν. Έφυγαν τόσο αξιοπρεπώς όσο αξιοπρεπώς δούλεψαν.

Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο με ιστορίες ανθρώπων που έχουν κάτι να αναφέρουν, οι πιο πολλοί από εμάς έχουμε κάποια τέτοια εμπειρία ή έχουμε υπάρξει δίπλα σε ανθρώπους που είχανε, οπότε δε λέμε κάτι άγνωστο. Κάθε καλοκαίρι πλέον τα τελευταία τέσσερα χρόνια βλέπω ένα άρθρο να υπενθυμίζει στους εκδρομείς ότι ο κόσμος που τους εξυπηρετεί, είναι κόσμος που δουλεύει σε ένα τομέα με πολύ άσχημες συνθήκες, μεγάλη εκμετάλλευση, κανένα σεβασμό, με ελάχιστα χρήματα και εξωφρενικά ωράρια, μην έχοντας δικαίωμα να αρρωστήσει ή να μην είναι καλά μια μέρα μέσα στις 150 που θα βρίσκεται υπό αυτές τις συνθήκες, ζητώντας από τον κόσμο κατανόηση, χαμόγελο και σεβασμό προς αυτούς τους υπαλλήλους γιατί το αξίζουν.

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο αλλά τελικά δεν είναι, τα νέα άτομα που βλέπεις να σε σερβίρουν δεν είναι οι σερβιτόροι του αύριο, είναι ίσως η νοσοκόμα που θα σε κοιτάξει σε 30 χρόνια, είναι ο μηχανικός που θα σου φτιάξει το αυτοκίνητο και θα είσαι ασφαλής, είναι  το παιδί που βοηθάει την άνεργη μάνα του να ζήσει στη πόλη με το μικρό του αδερφάκι. Είναι το παιδί που δουλεύει ανασφάλιστο με καμία υγειονομική κάλυψη αλλά όλα τα προσωπικά του χαρτιά στην εντέλεια, αρκεί να μη κοπεί, να μη πάθει ηλίαση ή υπερκόπωση, να μη γκρινιάξει, να μην έχει μούτρα, αντίρρηση ή αντίδραση στο οτιδήποτε γιατί ουδείς αναντικατάστατος. Είναι το παιδί που τρώει το υπέροχο νεανικό καλοκαίρι του εξυπηρετώντας κόσμο δίπλα στη θάλασσα χωρίς να μπορεί να έχει μια ώρα για μια βουτιά σαν άνθρωπος.

130605154832-beach-bars-story-top

Νίκος Barman : “Πρόσεχε τι λες στο barman… έχεις μεγάλες πιθανότητες να είναι μακράν πιο μορφωμένος από εσένα”

Η λέξεις κλειδιά εδώ είναι απλές. Κατανόηση, σεβασμός, ευγένεια και καλή θέληση. Βοηθήστε τους να σας δώσουν όμορφες στιγμές, είστε οι μόνοι που μπορείτε να το κάνετε γιατί σωστοί επιχειρηματίες λίγοι και το κουπί βαρύ. Χαμογελάστε τους στις άσχημες μέρες και κάντε μια βουτιά γι αυτούς, πείτε ένα ευχαριστώ και δώστε ένα εγκάρδιο χαμόγελο, είναι ότι χρειάζονται για να συνεχίσουν κάτι πολύ δύσκολο.

Καλό καλοκαίρι!