°C
21 September 2017

ΕΛΤΑ: Το πουλάκι πέταξε;

Μήπως δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο; …
ΕΛΤΑ: Το πουλάκι πέταξε;

Με θυμάμαι το 2000 (την εποχή που δεν ήξερα πως ανοίγει ένας υπολογιστής και αγνοούσα αν ο κόσμος ψωνίζει από e-shops )να μπαίνω σε κατάστημα ταχυδρομείου για αποστολή δέματος και να παρατηρώ για πρώτη φορά ότι υπάρχει υπάλληλος με φυσική αναπηρία καθώς και ένας υπάλληλος με ελαφριά νοητική υστέρηση.

Το κατάστημα μεγάλο, φωτεινό και εγώ έμεινα να χαζεύω τους οκτώ  υπαλλήλους που δε θα ξεχάσω ποτέ. Δουλεύανε αρμονικά κι αν δε βαριόσουν αρκετά για να προσέχεις γύρω όπως εγώ, δε θα παρατηρούσες καν αυτούς τους δύο  «διαφορετικούς» ανθρώπους στο χώρο. Θαύμασα σχεδόν την ανθρωπότητα!  Εξυπηρετήθηκα από τη κοπέλα με τη φυσική αναπηρία η οποία ήταν τόσο χαμογελαστή και θετική που μου έφτιαξε τη μέρα! Έφυγα με ένα γιγάντιο χαμόγελο και με χαρά στις επόμενες ελάχιστες συναλλαγές μου με ταχυδρομείο μέχρι το 2004 που διέκοψα κάθε επαφή μου με αυτό, παρατηρούσα ότι προφανώς υπάρχει κάποιο πλαίσιο και σε κάθε κατάστημα απασχολούν και αυτούς τους ανθρώπους που ναι μεν είναι απόλυτα λειτουργικοί αλλά οι επιχειρήσεις τους αποφεύγουν λόγω «ανομοιομορφίας» και άγνοιας.

Τα χρόνια πέρασαν, έμαθα από πού ανοίγει τελικά αυτό το μαραφέτι που το λένε υπολογιστή και τι είναι το e-shop, δεν ανήκω στο ταχυδρομικό κατάστημα που πήγα τότε και έτσι πριν από τρία  χρόνια γνωρίστηκα με το κατάστημα που παραλαμβάνω τα δέματα μου αρκετά συχνά πλέον. Πολύ αλλαγμένα τα πράγματα στο σήμερα, ένα κατάστημα με απίστευτο αριθμό ατόμων να περνάνε ημερησίως (αξίζει να αναφέρω ότι αν πάς μετά τις 10 το πρωί θα έχεις τουλάχιστον 100 άτομα μπροστά σου… κάθε μέρα) ελάχιστο χώρο αναμονής και μόνο τρεις  υπαλλήλους που αν εξαιρέσεις τη μια κυρία (που μάντεψε… έχει κινητικό πρόβλημα!) η οποία είναι χαμογελαστή και ευγενική ΠΑΝΤΑ, οι άλλοι δυο  υπάλληλοι αρτιμελείς και βαριεστημένοι ξυνίζουν τα μούτρα τους, είναι εριστικοί και ειρωνικοί την ίδια ώρα που αδιαφορούν μπροστά στα μάτια σου για τη ταλαιπωρία όχι τη δική μου αλλά των υπερηλίκων που περιμένουν στωικά όρθιοι , μιλώντας στο τηλέφωνο με τη κουνιάδα τους για το που θα φάνε το βράδυ!!! (Όπως το λέω Α-ΚΡΙ-ΒΩΣ).

Εδώ δε θαύμασα την ανθρωπότητα… εδώ ένιωσα την απόλυτη αχρηστία μου. Γιατί; Θα σου πω…

Έφτασε το νούμερο μου και πέρασα στο γκισέ με την αρτιμελή και ανάγωγη υπάλληλο ( σαφώς και είχε ουρλιάξει ήδη σε κάποιους εκείνη τη μέρα και προσωπικά μου είχε μιλήσει πολλές φορές επιθετικά φροντίζοντας να κερδίσει το τίτλο), δίνω τα 4 ειδοποιητήρια που έχω στα χέρια μου και τη κοιτάω σχεδόν με φόβο χωρίς να ξέρω γιατί έχω μπει στη διαδικασία να αισθάνομαι έτσι. Χωρίς να δει τα χαρτιά και χωρίς να σηκώσει κεφάλι μου ζητάει αυταρχικά σχεδόν τη ταυτότητα, την αφήνω και σηκώνετε, βλέπει τα χαρτιά και η αντίδραση είναι αξέχαστη και ακαριαία.

– «Πωωωωωωωωωω , τι τέσσερις  ειδοποιήσεις μωρέ;».  Με κοιτάει και νοιώθω ότι έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό του κόσμου αλλά συγχρόνως είμαι θυμωμένη (αυτή τη φορά που με εξυπηρετεί είμαι πολύ θυμωμένη και δεν είναι η πρώτη φορά που μου μιλάει με άσχημο τρόπο ενώ ο προϊστάμενος δε λέει κουβέντα… τη κοιτάω αλλά δε μιλάω) “δε μπορώ να καταλάβω τι τα φέρνετε όλα μαζί και τρέχουμε πίσω να τα ψάχνουμε τόση ώρα, ξέρεις τι έχουν μέσα;”

– «Τα δυο είναι ομπρέλες, το άλλο μια στέκα και το άλλο δε ξέρω γιατί περιμένω και άλλα τρία, δε ξέρω τι ήρθε.».

– «Α! περιμένεις και άλλα τρία!!! ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΡΩ ΕΓΩ ΑΝ ΔΕ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ; ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΤΑ ΦΕΡΝΕΤΕ ΟΛΑ ΜΑΖΙ;». Με κοιτάει με μίσος και δε θα πω «σχεδόν με μίσος»  γιατί με κοιτούσε ξεκάθαρα ως εχθρό, ασυναίσθητα παίρνω το βλέμμα και κοιτάω τη κυρία που δε περπατάει καλά να κοιτάει τη συνάδελφο της σα να λέει «σε παρακαλώ σταμάτα», ενώ ο προϊστάμενος αδιαφορεί σε σημείο που αναρωτιέσαι αν φοράει ωτοασπίδες και τότε πραγματικά φρίκαρα με εμένα.

Πως ήταν δυνατό να μη μιλάω τόσες φορές; Γιατί με έχουν πείσει ότι δε πρέπει; Γιατί τη φοβάμαι εγώ αυτή και ποιος της έδωσε την εξουσία να μου μιλάει έτσι; Ξανακοιτάω τη συνάδελφο της και αποφασίζω ότι μάλλον της το χρωστάω για την άψογη εξυπηρέτηση που μου έχει προσφέρει όσες φορές πήγα μπροστά της.

– «‘Οσες φορές εξυπηρετήθηκα από εσάς μου δημιουργήσατε πρόβλημα χωρίς να υπάρχει λόγος, είστε ο ορισμός της αγένειας και ο κύριος στα πίσω γραφεία αν δεν είναι κουφός είναι ο ορισμός της απόλυτης αδιαφορίας για την εργασία του. Η κυρία δίπλα με έχει εξυπηρετήσει πολλές φορές και σε καμία περίπτωση δε με υποχρέωσε να θυμηθώ τι περιμένω μιας και έχει ΠΡΟΦΑΝΩΣ καταλάβει ότι ο κωδικός που γράφουν τα χαρτάκια που κρατάτε στα χέρια σας είναι το μόνο που χρειάζεται για να κάνει τη δουλειά της. Το ένα ειδοποιητήριο είναι στις τελευταίες μέρες προθεσμίας, θα βόλευε να το αφήσω να γυρίσει πίσω μη πονέσει η μέση σας αλλά είναι υλικά για εργασία και δε γίνεται. Αυτή τη στιγμή σας μιλάει ένας από τους εργοδότες σας,  μιας και είστε δημόσιος υπάλληλος άρα ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ υπάλληλος και θα ελέγξω ενδελεχώς για το αν μπορώ να επέμβω για την απόλυση ή την απομάκρυνση σας.».

– «Δεν έχετε καμία τέτοια δικαιοδοσία… κύριε προϊστάμενε σας παρακαλώ ελάτε λίγο στη θέση μου γιατί έχουμε αργήσει πολύ να πάω πίσω να βρω όλα αυτά»,  φώναξε στον αέρα πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω στην αποθήκη). Ο προϊστάμενος όμως δεν ήρθε ποτέ μέχρι να φύγω, δεν ήταν πλέον στο γραφείο πίσω. Πήρα τα δέματα μου μέσα σε τρία λεπτά και μόλις τα ακούμπησε στο πάγκο χτύπησε το νούμερο για τον επόμενο. Δεν είχα καν υπογράψει τα χαρτιά παραλαβής, όσο υπέγραφα ήρθε δίπλα μου να εξυπηρετηθεί μια κυρία περίπου 70 ετών η οποία με κοιτούσε στα μάτια, ακόμα έβραζα και γυρνώντας στην ανάγωγη υπάλληλο τη ρώτησα…

– «Δεν άκουσες τίποτα έτσι; Έχεις τόση έπαρση που πραγματικά δεν άκουσες τίποτα…» γρύλισα.

– «Όχι δεν άκουσα τίποτα», είπε και σήκωσε το κεφάλι να με κοιτάξει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο λες και ήμασταν μόνοι μας.

Και τότε όλα γύρισαν όπως το μάτι της ηλικιωμένης δίπλα μου:

-«ΦΤΟΥ ΣΟΥ. ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΣΩΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΝΩ ΕΣΥ ΑΝΤΙ ΝΑ ΣΚΥΨΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΕΧΕΙΣ ΜΟΥΤΡΑ Κ ΑΠΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ. ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΑΛΛΟΥ. ΟΥΣΤ ΤΣΟΛΙ!».

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό και το στυλό στο χέρι στη τελευταία υπογραφή μου, την είδα να παίρνει το λογαριασμό, τα λεφτά της και να φεύγει λέγοντας μου να αγιάσει το στόμα μου, η ανάγωγη σηκώθηκε όρθια και αποχώρησε ουρλιάζοντας ένα «Βρε αι στο διάολο όλοι».

Υπέγραψα το τελευταίο χαρτί και κοίταξα τη συνάδελφο της δίπλα, έγραφε τα χαρτιά της σαν να μην έχει γίνει τίποτα και χαμογελούσε ελαφρά, σήκωσε το κεφάλι και μου έκλεισε το μάτι γυρνώντας ακαριαία στο «πελάτη» της λέγοντας του «Ευχαριστώ πολύ, είστε έτοιμος.».

Δε θα προσπαθήσω να βγάλω συμπεράσματα για το τι πρέπει ή δε πρέπει τελικά, για το τι δουλεύει ή όχι, για το τι είναι δίκαιο ή όχι, για υποχρεώσεις ή συνείδηση, για ευγένεια και κριτήρια. Θα αφήσω την ιστορία εδώ,  ώστε να κρίνει ο κάθε ένας από εσάς, έτσι ώστε να αποφασίσει τι θα κάνει ο ίδιος αν του συμβεί ή ποια κατεύθυνση αλλαγής θα ήθελε ώστε να δουλέψει υπέρ της.

Το συμβάν έλαβε χώρα πριν λίγους μήνες… (τέσσερις,  νομίζω) και όχι δε έψαξα να μάθω το όνομα της, ίσως γιατί τη πίστεψα όταν είπε ότι δε μπορώ να κάνω κάτι. Πήγα αρκετές φορές έκτοτε και μάλιστα κάποιες φορές εξυπηρετήθηκα από την ίδια,  η οποία νομίζω πως ούτε καν με γνώρισε, ούτε καν με είδε. Παραμένει ανάγωγη. Με τη συνάδελφο της πλέον όποτε βρίσκομαι μπροστά της με ρωτάει τι κάνω και τα λέμε λίγο μέχρι να τελειώσω τη δουλειά μου. Ο προϊστάμενος είναι εκεί και δρα με τον ίδιο τρόπο,  λίγο – πολύ «εκτός» και αν τον πετύχεις ευδιάθετο που λέει κανένα χαζό αστείο και κάνει πλάκα. Όμως δε το ξεχνάω,  γι αυτό και το διαβάζετε σήμερα. Λέω να ψάξω τελικά για το αν έχει δίκιο, για το αν έχω δικαιοδοσία, όχι για κάποια εμμονική κακία που θα ήθελα να καταλήξει σε απόλυση μιας μάνας με δυο παιδιά (από όσο είδα στις φωτογραφίες στο πλάι του γραφείου της) έστω και αν δεν  εκτιμά την εργασία της ή δε τη κάνει σωστά, αλλά για να δω αν έχω φωνή και αν έχω, μέχρι  που φτάνει.

Θέλω να ξέρω,  αν ασχοληθώ πραγματικά, ουσιαστικά και χωρίς μίσος με κάτι που με ενοχλεί και εκφραστώ συνετά, θα ακουστώ; Ή «το πουλάκι πέταξε»  και δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει τίποτα προς το καλύτερο;

Άννα Λιάκου